Καλώς ήρθατε στο Ιστολόγιο συνεργασίας νηπιαγωγών 35ης Περιφέρειας. Η συμμετοχή σας θέλω να πιστεύω πως θα το αναθρέψει, θα το μεγαλώσει, θα το αναπτύξει...
Η σχολική Σύμβουλος: Μαρία Ζωγράφου-Τσαντάκη
RSS

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Η ζωή μιας χιονονιφάδας (παραμύθι)

Η ζωή μιας χιονονιφάδας

ΕΥΗ ΚΑΠΑΤΖΙΑ ΕΔΩ
Μια φορά και έναν καιρό, σε μια χώρα μακρινή όπου τα πάντα ήταν καλυμμένα με χιόνι, ζούσαν οι χιονονιφάδες. Οι χιονονιφάδες ήταν μικροσκοπικές κοπέλες που το δέρμα τους ήταν λευκό σαν το χιόνι και τα μακριά μαλλιά τους ήταν μαύρα και πυκνά. Τα ρούχα που φορούσαν ήταν κοντά δαντελωτά άσπρα φορεματάκια. Από όλες τις κοπέλες μία ξεχώριζε. Το δέρμα της ήταν πιο λευκό και τα μαλλιά της ήταν κοντά με άσπρες ανταύγειες.
Τη χιονονιφάδα αυτή την έλεγαν Λευκούλα. Παρόλο που ήταν διαφορετική, καμιά χιονονιφάδα δεν την κορόιδευε. Η Λευκούλα ζούσε σε ένα μικρό χιονόσπιτο στη μέση της χώρας μαζί με τα μικρά της αδελφάκια και την Κρινίτσα. Η Κρινίτσα ήταν ένα άσπρο μαγικό λουλούδι που μπορούσε να μιλάει και της έκανε συντροφιά. Επίσης είχε πολλές φίλες.
Κάθε πρωί αφού η Λευκούλα ξυπνούσε και έτρωγε το πρωινό της συναντιόταν με την καλύτερη της φίλη την Άσπρη στη γειτονιά και μαζί κάνανε διάφορα πράγματα. Έπαιζαν, χόρευαν, τραγουδούσαν και άλλα πολλά.
Εκείνες τις μέρες τα κορίτσια ήταν πολύ χαρούμενα γιατί σε λίγο θα ερχόταν η πρώτη μέρα του χειμώνα. Κάθε χρόνο οι χιονονιφάδες ανέβαιναν στα σύννεφα, ταξίδευαν στον κόσμο των ανθρώπων και αφού έφταναν εκεί,
πηδούσαν από τα σύννεφα και έπεφταν κάτω στη γη. Η Λευκούλα και η Άσπρη
όταν συναντήθηκαν στη γειτονιά δεν έπαιξαν κανένα παιχνίδι. Κάθισαν σε ένα παγκάκι και έπιασαν συζήτηση για το θέμα αυτό…:
-Δεν είναι υπέροχο που θα πάμε φέτος στο κόσμο των ανθρώπων; ….ρώτησε η Λευκούλα την φίλη της.
-Φυσικά και είναι...της απάντησε η Άσπρη…έχω ακούσει πως ο κόσμος των ανθρώπων είναι υπέροχος. Εκεί τα πάντα είναι μεγάλα και μπορείς να κάνεις περισσότερα πράγματα από ότι εδώ.
-Έχεις δίκιο Άσπρη. Αχ! Ανυπομονώ να έρθει ο χειμώνας! Όταν γυρίσουμε πίσω, θα διηγηθώ την εμπειρία μου στις μικρές μου αδερφές για να…
-Για στάσου μια στιγμή! Εδώ κάνεις ένα μεγάλο λάθος! Δε θα ξαναεπιστρέψουμε στη χώρα των Χιονονιφάδων! …τη διέκοψε η Άσπρη.
Αν δεν ξαναεπιστρέψουμε στη χώρα των Χιονονιφάδων, τότε πού θα είμαστε;...ρώτησε απορημένη η Λευκούλα.
-Πουθενά θα λιώσουμε!
Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια η Λευκούλα ξαφνιάστηκε! Χιλιάδες ερωτήσεις κατέκλυσαν το μυαλό της. Ήταν τόσο μεγάλο το ξάφνιασμα και οι απορίες της, που μιλιά δεν έβγαλε από το στόμα της. Η φιλενάδα της το κατάλαβε και της είπε…:
-Α! Δεν το ήξερες; Δεν πειράζει θα στα εξηγήσω εγώ. Όταν οι χιονονιφάδες μεγαλώσουν και φτάσουν στην κατάλληλη ηλικία φεύγουν από τη χώρα που μεγάλωσαν με προορισμό τον κόσμο των ανθρώπων. Εκεί μένουν όλο το χειμώνα και όταν έρθει η άνοιξη θα κάνει τόσο ζέστη που εμείς θα λιώσουμε!
-Το ίδιο έγινε και με τις άλλες χιονονιφάδες που πήγανε εκεί;...ρώτησε η Λευκούλα που κατάφερε να συνέλθει από το ξάφνιασμα.
-Ναι, έτσι έγινε. Δε χρειάζεται να στεναχωριόμαστε για αυτό, τι να κάνουμε έτσι είναι η ζωή των χιονονιφάδων… της απάντησε η Άσπρη.
Η χιονονιφάδα χλόμιασε, στο μυαλό της ξαναήρθαν τα λόγια της Άσπρης για τη ζωή των χιονονιφάδων. Γιατί να λιώσουν στο τέλος του χειμώνα; Έκαναν κακό σε κανέναν; Είναι άδικο! Όμως μέσα της ήξερε καλά πως έτσι έπρεπε να γίνει. Άμα όμως έλιωνε δεν θα ξαναέβλεπε ποτέ τις αδερφές της, την Κρυνούλα και τις φίλες της. Αυτό την έκανε να στεναχωριέται ακόμα πιο πολύ. Έτσι εκεί που ανυπομονούσε πως και πως να έρθει η πρώτη μέρα του χειμώνα άλλαξε γνώμη και ευχόταν να μην έρθει αυτή η μέρα ποτέ. Η κολλητή της φίλη αντίθετα με αυτήν δεν χλόμιασε ούτε στεναχωρήθηκε καθόλου! Όση ώρα μιλούσε το χαμόγελο της δεν σβήστηκε από τα χείλια της. Πέρασαν πέντε λεπτά χωρίς να μιλήσει καμιά τους. Η πρώτη που έσπασε τη σιωπή ήταν η Άσπρη, η οποία είπε…:
-Ουφ! Βαρέθηκα τη συζήτηση! Τι λες, θέλεις να σηκωθούμε για να χορέψουμε μοντέρνο νιφαδοχωρό;
Η Λευκούλα δεν της απάντησε. Μόνο κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.
Στην πραγματικότητα δεν είχε όρεξη να κάνει τίποτα, αλλά δεν ήθελε να της χαλάσει το χατίρι. Έτσι, οι δυο κοπέλες σηκώθηκαν από το παγκάκι και άρχισαν να χορεύουν.
Όταν τελείωσε η συνάντηση η κοπέλα πήρε το δρόμο για το σπίτι της. Όταν έφτασε, είδε στην αυλή τις δυο αδερφές της, την Μπίνη και την Νανή, να κάθονται γύρο από την γλάστρα της Κρινούλας. Στην αρχή δεν κατάλαβε την αιτία μα όταν πλησίασε είδε ότι το λουλούδι δεν ήταν καλά! Το κλωνάρι του ήταν σκυφτό, τα φύλλα του είχαν ζαρώσει και τα πέταλά του έχασαν το όμορφο βελούδινο άσπρο χρώμα τους. Ολόκληρο το λουλούδι είχε πάρει ένα αρρωστιάρικο κίτρινο χρώμα. Η Λευκούλα τρόμαξε γιατί όπως καταλάβατε η Κρινούλα μαραίνονταν! Έντρομη πλησίασε με γοργά βήματα προς το μέρος τους και κοίταξε το αγαπημένο της λουλούδι. Εκείνο, σήκωσε με δυσκολία το κεφάλι του, την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και έπειτα της είπε με ταλαιπωρημένη φωνή…:
-Ξέρω το πρόβλημά σου, μα δε χρειάζεται να στεναχωριέσαι. Να θυμάσαι, πάντα μετά από κάθε κακό υπάρχει κι ένα καλό.
-Δεν καταλαβαίνω, τι εννοείς;…τη ρώτησε η Λευκούλα.
Μα δε πρόλαβε να τις απαντήσει η Κρινούλα. Ξαφνικά διαλύθηκε, έγινε νερα’ι’δόσκονη και σκορπίστηκε ψηλά στα λευκά σύννεφα που σκέπαζαν τον ουρανό. Η Μπίνη και η Νανή άρχισαν να χτυπιούνται και να τραβάνε τα μαλλιά τους κλαίγοντας σπαρακτικά. Η Λευκούλα δεν έκλαψε. Μπήκε μέσα στο σπίτι της, ανέβηκε στο δωμάτιό της και ξάπλωσε στο κρεβάτι της. Σκεφτόταν όλα όσα της είχαν συμβεί εκείνη τη μέρα. Πρώτα έμαθε πως θα έλιωνε την άνοιξη και τώρα ο μαρασμός της Κρινούλας.
Τι κρίμα που μαράθηκε! Μπορεί να ήταν ένα απλό λουλούδι που μιλούσε αλλά για την Λευκούλα ήταν κάτι περισσότερο…:
-Αχ! Ακόμα τη θυμάμαι πως ήταν μικρό λουλουδάκι. Την είχα φυτέψει εγώ όταν ήμουνα μικρή. Έκανα μεγάλες χαρές μόλις την είδα που φύτρωσε. Είχαμε γίνει καλές φίλες. Μαζί παίζαμε, μαζί συζητούσαμε, μαζί λέγαμε ανέκδοτα. Αχ! Ήταν ωραίες εποχές…μονολόγησε η κοπέλα αναπολώντας τα παιδικά της χρόνια.
Μετά σκέφτηκε πως έπρεπε να ασχοληθεί με ένα άλλο πρόβλημα που την απασχολούσε. Αυτό δεν ήταν άλλο από αυτό που θα συνέβαινε την άνοιξη.
Πρέπει να βρω οπωσδήποτε μία λύση σε αυτό μου το πρόβλημα, γιατί σε λίγες μέρες θα φύγουμε για τον κόσμο των ανθρώπων. Χμ…να φύγω κρυφά από την χώρα των χιονονιφάδων; Μπα όχι! Να μεταμφιεστώ και να προσποιηθώ πως είμαι κάποια άλλη; Όχι! Εξάλλου όλες θα με αναγνώριζαν.
Ώρες έσπαγε η Λευκούλα το κεφάλι της προσπαθώντας να σκεφτείμια λύση. Στο τέλος τα παράτησε λέγοντας…:
-Όποια λύση και αν σκεφτώ δε θα πετύχει. Καλύτερα να τα παρατήσω και να δεχτώ τη μοίρα μου.
Έτσι σηκώθηκε από το κρεβάτι, πήρε τη βαλίτσα της από την αποθήκη και πέρασε τη μέρα της ετοιμάζοντας την κάνοντας μελαγχολικές σκέψεις.
Οι μέρες κύλισαν γοργά και έφτασε επιτέλους η μεγάλη μέρα, η πρώτη μέρα του χειμώνα! Όλες οι χιονονιφάδες ήταν πολύ χαρούμενες. Με μια βαλίτσα στο χέρι, όλες οι κοπέλες αποχαιρέτισαν τα συγγενικά τους πρόσωπα, τους φίλους τους και έφυγαν με προορισμό τα σύνορα της χώρας. Εκείνη την ώρα στο σπίτι της η Λευκούλα ήταν και αυτή έτοιμη να φύγει. Οι δυο αδερφές της την αποχαιρέτησαν λέγοντάς την…:
-Καλό ταξίδι αδελφούλα! Είσαι πολύ τυχερή που θα πας στον κόσμο των ανθρώπων!
Η Λευκούλα όμως δεν πίστευε πως ήταν τυχερή.<<Άμα ξέρατε πως θα λιώσουμε την άνοιξη δε θα ήσασταν χαρούμενες>>...σκέφτηκε αλλά παρόλα αυτά δεν είπε τίποτα. Αποχαιρέτισε τις αδελφές της και μαζί με την Άσπρη ξεκίνησαν για τα σύνορα της χώρας. Όταν έφτασαν είδαν πως όλες οι χιονονιφάδες που ήταν στην κατάλληλη ηλικία για να φύγουν ήταν εκεί. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και ξαφνικά ξεπρόβαλε από τον ουρανό ένα τεράστιο άσπρο σύννεφο! Οι χιονονιφάδες μόλις το είδαν τρόμαξαν! Το άσπρο σύννεφο, μόλις έφτασε στο σημείο όπου ήταν όλες μαζεμένες άρχισε να χαμηλώνει μέχρι που ακούμπησε κάτω στο έδαφος. Η μια από τις δύο πόρτες που είχε άνοιξε και από μέσα ξεπρόβαλε μία χαριτωμένη νεράιδα. Φορούσε ένα φουστάνι φτιαγμένο από σύννεφο, μοβ μπότες και τα μακριά ξανθά μαλλιά της τα είχε δεμένα κότσο.
Καλησπέρα χιονονιφάδες! Είμαι η νεράιδα της συννεφιάς! Μη φοβάστε, ήρθα να σας πάω στον κόσμο των ανθρώπων. Εμπρός μπείτε μέσα!
Οι κοπέλες σταμάτησαν να φοβούνται και άρχισαν να μπαίνουν μέσα στο σύννεφο. Αφού μπήκαν όλες το σύννεφο υψώθηκε ψηλά και άρχισε να ταξιδεύει στον ουρανό. Η θέα ήταν καταπληκτική και όλες έβλεπαν ενθουσιασμένες. Εκείνη την μέρα ο ουρανός είχε ένα έντονο γαλάζιο χρώμα και δεν είχε ούτε ένα συννεφάκι. Η Λευκούλα εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ που ξέχασε την στεναχώρια της. Το ταξίδι πάνω στο σύννεφο ήταν ωραίο και φανταστικό μέχρι που ο γαλάζιος ουρανός ξαφνικά σκεπάστηκε από σύννεφα και χάθηκε από τα μάτια τους. Οι χιονονιφάδες απόρησαν με αυτό το γεγονός. Η νεράιδα της συννεφιάς, που ήταν εκείνη και οδηγούσε το σύννεφο, κατάλαβε την απορία τους και τις εξήγησε λέγοντας…:
Στον κόσμο των ανθρώπων όταν ο καιρός είναι βροχερός ή χιονισμένος τα σύννεφα σκεπάζουν τον ουρανό.
Η νεράιδα σταμάτησε το σύννεφο, σηκώθηκε, πέρασε από όλες τις θέσεις των χιονονιφάδων και έδωσε στην κάθε μία από ένα σάκο. Αφού τελείωσε στάθηκε στη μέση των θέσεων και τους είπε…:
Φτάσαμε στον κόσμο των ανθρώπων. Ο σάκος που σας έδωσα είναι γεμάτος με χιόνι. Όταν θα πηδήξετε κάτω στο έδαφος ανοίξτε τον και ρίξτε χιόνι παντού. Σηκωθείτε από τις θέσεις σας και μια μια θα βγαίνετε από την πόρτα του σύννεφου. Σας εύχομαι να περάσετε καλά στη γη και να έχετε μια ευχάριστη παραμονή.
Όλες σηκώθηκαν από τις θέσεις τους, ευχαρίστησαν την καλή νεράιδα και μια μια άρχισε να πηδάει από το σύννεφο. Τελευταίες έμειναν η Λευκούλα με την Άσπρη. Στην αρχή φοβόντουσαν να πηδήξουν αλλά στο τέλος μιας και δεν είχαν άλλη επιλογή πήδηξαν και αυτές. Άρχισαν να πέφτουν σιγά σιγά και τους άρεσε τόσο πολύ που το διασκέδαζαν!
-Ουάου! Στα αλήθεια αιωρούμαστε στον αέρα!…ξεφώνισε χαρούμενη η Λευκούλα.
-Μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε , χωρίς να φοβόμαστε μην χτυπήσουμε!…της αποκρίθηκε η Άσπρη κάνοντας μια κολοτούμπα στον αέρα.
-Είναι σαν να βγάλαμε φτερά πίσω από την πλάτη μας και να αποκτήσαμε την ικανότητα να πετάμε!…της είπε η Λευκούλα.
-Κοίτα! Βλέπω κάτι σπίτια προς τα εκεί. Μάλλον είναι σπίτια των ανθρώπων...της είπε η Άσπρη δείχνοντας με το δάχτυλό της κάποια σπίτια που ήταν εκεί δίπλα.
Ξαφνικά η Λευκούλα θυμήθηκε εκείνο το σάκο που τους έδωσε η νεράιδα της συννεφιάς πριν φύγουν…:
-Άσπρη, ξεχάσαμε να ανοίξουμε το σάκο που μας έδωσε εκείνη η νεράιδα!
-Ας τον ανοίξουμε!
Έτσι οι δύο κοπέλες άνοιξαν τους σάκους τους και άρχισαν να ρίχνουν χιόνι. Καθώς κατέβαιναν πιο χαμηλά, είδαν κι άλλες χιονονιφάδες που έριχναν χιόνι. Μετά από λίγη ώρα οι δυο κοπέλες προσγειώθηκαν πάνω σε ένα δέντρο. Εκείνη την ώρα άρχισε να φυσάει ένα απαλό αεράκι με αποτέλεσμα το δέντρο να κουνιέται λίγο. Τα κορίτσια το βρήκαν διασκεδαστικό και άρχισαν να παίζουν με το δέντρο. Αφού το παιχνίδι τελείωσε κατέβηκαν για να εξερευνήσουν τον κάμπο στον οποίο είχαν προσγειωθεί. Καθώς περπατούσαν συνάντησαν μπροστά τους μία μεγάλη παγωμένη λίμνη, στην οποία μια κοπέλα έκανε πατινάζ. Η Λευκούλα και η Άσπρη ξαφνιάστηκαν γιατί
η κοπέλα δεν είχε λευκό δέρμα με μαύρα μαλλιά αλλά το δέρμα της ήταν από πάγο ενώ τα μακριά μαλλιά της και το φουστάνι που φορούσε ήταν ασπρογάλανα. Οι δύο χιονονιφάδες πλησίασαν την κοπέλα και τη ρώτησαν…:
Γεια σου, πώς σε λένε;
Η κοπέλα σταμάτησε να κάνει πατινάζ και κοίταξε τις δυο χιονονιφάδες προσεκτικά. Τις πλησίασε και τις απάντησε…:
-Το όνομά μου είναι Ψυχρούλα, εσάς πώς σας λένε;
-Εγώ είμαι η Λευκούλα κι αυτή είναι η Άσπρη…..της συστήθηκε ευγενικά η Λευκούλα.
-Πρώτη φορά βλέπω χιονονυφάδα σαν εσένα...της είπε η Άσπρη.
-Ποια χιονονυφάδα; Εγώ; Όχι όχι, λάθος κάνετε! Εγώ δεν είμαι χιονονυφάδα αλλά κρυσταλίτσα.
-Ποιες είναι οι κρυσταλίτσες;...τη ρώτησαν οι κοπέλες.
Οι κρυσταλίτσες είναι κοπέλες που το δέρμα τους είναι από πάγο και έχουν μακριά ασπρογάλανα μαλλιά, σαν εμένα. Την πρώτη μέρα του χειμώνα φύγαμε από τη χώρα μας για να έρθουμε εδώ…τις απάντησε η Ψυχρούλα.
-Εσείς γενικά όταν έρχεστε εδώ τι δουλειά κάνετε;
-Εμείς οι κρυσταλίτσες σε αντίθεση με εσάς τις χιονονυφάδες έχουμε τη δύναμη του πάγου. Όταν ερχόμαστε εδώ παγώνουμε όπου έχει νερό. Όπως αυτή τη λίμνη. Την έχω παγώσει πριν λίγο να κάνω πατινάζ. Δε μου λέτε, εσείς για πού το βάλατε;
-Είπαμε να εξερευνήσουμε τον κάμπο που προσγειωθήκαμε...της απάντησε η Άσπρη.
-Μπορώ να έρθω μαζί σας; Βαρέθηκα τόση ώρα μόνη μου.
-Φυσικά και μπορείς…είπε η Λευκούλα.
Έτσι η Λευκούλα, η Άσπρη και η κρυσταλίτσα Ψυχρούλα συνέχισαν την εξερεύνηση. Πέρασαν πολύ ωραία. Σε όποιο μέρος κι αν πήγαιναν έβλεπαν ενδιαφέροντα πράγματα. Ο κόσμος των ανθρώπων ήταν πολύ συναρπαστικός. Όποτε κουραζόταν σταματούσαν σε κάποιο μέρος να ξεκουραστούν και συζητούσαν για αυτά που είδαν αλλά και θέματα που αφορούσαν την προσωπική τους ζωή. Δεν άργησαν να γίνουν φίλες.
Αφού εξερεύνησαν όλο τον κάμπο η Λευκούλα με την Άσπρη έδειξαν στην Ψυχρούλα το δέντρο όπου θα έμεναν. Ανέβηκαν πάνω του και άρχισαν να παίζουν. Από εκείνη τη μέρα έκαναν πολύ παρέα. Το πρωί συναντιόταν στην παγωμένη λίμνη και όλες μαζί έκαναν πολλά πράγματα. Έπαιζαν τους πειρατές πηδώντας από φυτό σε φυτό, έκαναν βόλτες στον κάμπο ή συζητούσαν για διάφορα θέματα.
Οι μέρες περνούσαν…Εκείνο το απόγευμα οι τρεις φίλες έραψαν μεταξένια φορέματα, για να φορέσουν στο πρωτοχρονιάτικο πάρτι στο οποίο θα ήταν όλες οι χιανινυφάδες με τις κρυσταλίτσες. Όταν η Λευκούλα πήγε πάνω στο κλαδί όπου είχε το καταφύγιό της για να ετοιμαστεί ξαφνικά θυμήθηκε τον καημό της. Περνούσε τόσο ωραία αυτό τον καιρό! Γιατί αυτό να τελείωνε! Το βράδυ, παρόλο που φόρεσε το φόρεμα που έραψε δεν πήγε στο πάρτι! Κάθισε σε ένα μέρος και βυθίστηκε στις σκέψεις της.
Εκεί που καθόταν και συλλογιζόταν ξαφνικά άκουσε βήματα πίσω της. Γύρισε και είδε την Άσπρη με τη Ψυχρούλα. Οι δυο κοπέλες παραξενεύτηκαν που δεν ήρθε η Λευκούλα στο πάρτι και τότε σκέφτηκαν να τη ψάξουν για να μάθουν αν της συνέβηκε κάτι κακό! Η Άσπρη με τη Ψυχρούλα αφού τη βρήκαν, την πλησίασαν και τη ρώτησαν…:
-Τι σου συμβαίνει Λευκούλα; Γιατί δεν ήρθες στο πάρτι;
Η Λευκούλα δεν τις απάντησε. Μόνο τις κοιτούσε…
-Άμα σε απασχολεί κάτι μπορείς να μας το πεις. Είμαστε φίλες σου και θα κάνουμε ότι περνάει από το χέρι μας για να σε βοηθήσουμε.
Η Λευκούλα κατάλαβε πως δεν είχε άλλη επιλογή, έτσι τους διηγήθηκε τον καημό της. Οι δύο φίλες της άρχισαν να σκέφτονται ποια λύση να της δώσουν μα όσο κι αν προσπαθούσαν δεν κατάφερναν να βρουν κάτι για να την βοηθήσουν. Τότε μια ιδέα φώτισε το μυαλό της Ψυχρούλας, η οποία ξεφώνισε λέγοντας…:
-Ξέρω ποιος θα σε βοηθήσει, ο Άι-Βασίλης!
-Εννοείς εκείνον το γέρο που κάθε Πρωτοχρονιά πηγαίνει στον κόσμο των ανθρώπων και τους αφήνει δώρα;…τη ρώτησε η Λευκούλα.
-Ναι, αυτόν εννοώ.
-Ο Άι-Βασίλης δεν υπάρχει Ψυχρούλα! Είναι ένας μύθος των ανθρώπων! Δεν είναι η κατάλληλη ώρα για παραμύθια!…τη μάλωσε η Άσπρη.
-Ο Άι-Βασίλης υπάρχει Άσπρη και δεν είναι παραμύθι!…της απάντησε χωρίς να θυμώσει η Ψυχρούλα.
-Ακόμα κι αν υπάρχει είμαι σίγουρη πως δεν θα με καταλάβει. Εξάλλου είναι άνθρωπος και οι άνθρωποι δεν μπορούν να μας δουν γιατί είμαστε μικροσκοπικές...της είπε η Λευκούλα.
Ο Άι-Βασίλης μπορεί να τα καταλάβει όλα και να τα δει όλα!...τη διαβεβαίωσε η Ψυχρούλα.
Πού μπορούμε να τον βρούμε και να τον δούμε;...ρώτησε η Άσπρη.
Λίγο πέρα από τον κάμπο υπάρχει ένα σπίτι στο οποίο κατοικούν άνθρωποι. Εκεί θα πάει ο Άι-Βασίλης για να αφήσει τα δώρα τους. Εκεί θα τον συναντήσουμε λοιπόν. Ελάτε πάμε!
Χωρίς να χάσουν καιρό, οι τρεις ηρωίδες μας ξεκίνησαν για εκείνο το σπίτι. Περπάτησαν πολλές ώρες ώσπου κάποια στιγμή έφτασαν στον προορισμό τους. Τότε η Ψυχρούλα είπε στη Λευκούλα…:
Λευκούλα, ανέβα πάνω στη στέγη και περίμενε τον Άι-Βασίλη.
-Θα ανέβω στη στέγη αλλά εσείς τι θα κάνετε;
-Μην ανησυχείς για εμάς. Εμπρός ανέβα! Εδώ θα σε περιμένουμε.
Η Λευκούλα σκαρφάλωσε στη στέγη και κάθισε περιμένοντας με ανυπομονησία τον Άι-Βασίλη. Περίμενε με τις ώρες μα αυτός πουθενά! Η Λευκούλα άρχισε να βαριέται…:
-Μάλλον είχε δίκιο η Άσπρη, ο Άι-Βασίλης είναι παραμύθι. Ας κατέβω καλύτερα...μονολόγησε στον εαυτό της.
Πριν προλάβει να σηκωθεί για να κατέβει, άκουσε έναν ήχο, κάτι σαν καμπανάκια να χτυπούν. Κοίταξε στον ουρανό και τότε είδε ένα μεγάλο έλκηθρο που το έσερναν δώδεκα τάρανδοι να πετάει στον ουρανό. Το έλκηθρο προσγειώθηκε στη σκεπή. Από μέσα του βγήκε ένας ηλικιωμένος κύριος ο οποίος φορούσε μια κόκκινη φορεσιά, μαύρες μπότες και είχε μακριά κάτασπρη γενειάδα. Τα μάτια της Λευκούλας γούρλωσαν από την έκπληξη, γιατί αυτός ήταν ο Άι-Βασίλης! Αυτός μόλις την είδε πήγε προς το μέρος της. Η Λευκούλα ένοιωσε τα πόδια της να τρέμουν και την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Αφού την πλησίασε αρκετά της είπε…:
-Καλησπέρα μικρή μου.
-Καλησπέρα … του απάντησε αμήχανα.
-Γιατί κάθεσαι μόνη σου; Από ότι ξέρω όλες οι χιονονιφάδες πρέπει να βρίσκονται στο Πρωτοχρονιάτικο πάρτι. Εσύ γιατί δεν πήγες;
-Να…τραύλισε η κοπέλα…δεν πήγα στο πάρτι γιατί έχω ένα πρόβλημα. Είμαι λυπημένη γιατί την Άνοιξη θα λιώσουμε! Δεν κάναμε κακό σε κανέναν! Άμα λιώσω δεν θα ξαναδώ τη χώρα που μεγάλωσα, τις αδελφές μου και τους φίλους μου...του είπε και ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλό της.
Όση ώρα μιλούσε ο Άι-Βασίλης την άκουγε με κατανόηση. Αφού σκέφτηκε για λίγο της απάντησε…:
-Καταλαβαίνω τη στεναχώρια σου, είναι φυσικό να πικραίνεσαι, όμως δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Είναι φυσιολογικό που εσείς θα λιώσετε την Άνοιξη. Για να σου δώσω να καταλάβεις θα σου διηγηθώ την ιστορία για την δημιουργία του κόσμου. Πριν λοιπόν από πολλά χρόνια, ολόκληρος ο κόσμος ήταν άδειος κι έρημος. Δεν υπήρχαν φυτά, ζώα, άνθρωποι και νεράιδες. Υπήρχαν μόνο τέσσερις θεές. Η Φλόγα η θεά της φωτιάς, η Νερούλα η θεά των υγρών, η Ανέμη η θεά των ανέμων και η Φύση προστάτιδα της γης. Όλες ήταν κόρες του θεού Πλάμτου και της θεάς Μιχέλ. Η Φύση, καθώς κοιτούσε το τοπίο γύρο της, δεν της άρεσε που ήταν άδειο έτσι σκέφτηκε να το γεμίσει δημιουργώντας θαυμαστά πράγματα. Επειδή όλα όσα υπάρχουν σήμερα τα δημιούργησε εκείνη εμείς την αποκαλούμε μητέρα Φύση. Πρώτα δημιούργησε τα φυτά και μετά τους ανθρώπους με τα ζώα. Επειδή τα φυτά μαραίνονταν και οι άνθρωποι με τα ζώα διψούσαν η μητέρα Φύση κατασκεύασε μία λίμνη η οποία περιείχε άφθονο μοβ υγρό για να μπορούν να πίνουν. Το χρώμα του υγρού δεν άρεσε στην Νερούλα την αδερφή της Φύσης έτσι άλλαξε το χρώμα σε γαλάζιο. Για αυτό το λόγο το υγρό ονομάστηκε νερό. Από αυτό φυτά, άνθρωποι και ζώα έπιναν. Τελευταίες δημιούργησε τις νεράιδες. Τις έδωσε μικρό ύψος και τις χάρισε υπερφυσικές δυνάμεις. Όταν τις τελείωσε τις χώρισε σε ομάδες ανάλογα με τις δυνάμεις τους και τις άφησε να φύγουν. Οι ομάδες των νεράιδων εγκαταστάθηκαν μόνιμα σε πολλές περιοχές του κόσμου κι εκεί ίδρυσαν τις χώρες τους. Οι νεράιδες ζούσαν ειρηνικά και αγαπημένα όμως με έναν φυσικό τρόπο έφευγαν από τη ζωή τον οποίο τους τον είχε δώσει η μητέρα Φύση όταν τις δημιούργησε. Άμα δεν θα υπήρχε ο θάνατος, τότε οι νεράιδες θα πολλαπλασιάζονταν και θα αντιμετώπιζαν πολλά προβλήματα. Όμως δεν στεναχωριόνταν γιατί η δημιουργός τους τούς είπε…<<Η ζωή είναι μικρή και πρέπει να απολαμβάνουμε το κάθε λεπτό που ζούμε. Εξάλλου, άμα στη διάρκεια της ζωής σας ζήσατε όμορφες στιγμές, δεν χρειάζεται να στεναχωριέστε.>>
Η Λευκούλα άκουγε προσεχτικά τα λόγια του Άγιου-Βασίλη. Όταν τελείωσε την ιστορία του κατάλαβε πως ήταν φυσιολογικό που θα έλιωνε. Στη ζωή της έζησε όμορφες στιγμές τόσο στη χώρα των χιονονιφάδων όσο στον κόσμο των ανθρώπων. Ναι, είχε δίκιο η μητέρα Φύση, δεν χρειάζεται να στεναχωριέται! Καθώς τα σκεφτόταν αυτά άρχισε να αισθάνεται καλύτερα.
-Αισθάνεσαι καλύτερα τώρα;...τη ρώτησε ο καλόκαρδος Άι-Βασίλης.
-Ναι, αισθάνομαι πολύ καλύτερα. Σε ευχαριστώ που έδειξες ενδιαφέρον και κατανόηση στο πρόβλημά μου.
-Δεν κάνει τίποτα μικρή μου. Τώρα πρέπει να φύγω. Πρέπει να παραδώσω τα δώρα στα παιδιά πριν ξημερώσει. Γεια σου και καλή Πρωτοχρονιά!
Αυτά της είπε ο Άι-Βασίλης και ανέβηκε στο έλκηθρο του…:
-Εμπρός τάρανδοι μου! Πάμε!
Οι τάρανδοι τον υπάκουσαν. Έτρεξαν, πήδηξαν από στέγη σε στέγη και πέταξαν ψηλά. Η Λευκούλα έμεινε για λίγη ώρα στο ίδιο σημείο να παρακολουθεί το έλκηθρο το οποίο χανόταν μέσα στον έναστρο ουρανό. Μετά κατέβηκε από τη σκεπή και πήγε στο μέρος όπου την περίμεναν οι φίλες της. Καθώς προχωρούσαν η Λευκούλα διηγήθηκε στην Άσπρη και στη Ψυχρούλα την ιστορία που της είχε πει ο Άι-Βασίλης…
-Αυτό είναι ένα μάθημα για όλες μας. Πρέπει να απολαμβάνουμε την κάθε μέρα στη ζωή μας, να ζούμε αρμονικά με τους άλλους και να μη κάνουμε άσχημα πράγματα.
-Έχεις δίκιο ...της είπε η Ψυχρούλα.
Πω πω! Ο Άι-Βασίλης φαίνεται να είναι πολύ σοφός!…αναφώνησε με θαυμασμό η Άσπρη.
Τώρα που λύθηκε το πρόβλημά μου, ας πάμε στο πάρτι για να γιορτάσουμε την Πρωτοχρονιά!…είπε χαρούμενη η Λευκούλα.
Έτσι και έγινε, τα κορίτσια πήγαν στο πάρτι και πέρασαν πολύ καλά. Έφαγαν, έπαιξαν, τραγούδησαν και συμμετείχαν σε διάφορες δραστηριότητες. Το πάρτι κράτησε μέχρι τα μεσάνυχτα. Όλες οι χιονονιφάδες αφού ευχήθηκαν καλή Πρωτοχρονιά η μία στην άλλη επέστρεψαν στα καταφύγια τους να κοιμηθούν.
Ο χειμώνας κύλισε ευχάριστα και μπήκε η άνοιξη. Ο ουρανός δεν ήταν άλλο καλυμμένος με άσπρα σύννεφα. Ήταν γαλάζιος όπως τότε που πετούσε με το τεράστιο σύννεφο. Μόνο που πάνω του είδε να φέγγει μια φωτεινή σφαίρα. Η σφαίρα έλαμπε τόσο πολύ με αποτέλεσμα να κάνει ζέστη. Ήταν ο ήλιος. Από όλο το σώμα της άρχισαν να γλιστράνε μικρές διάφανες σταγονίτσες. Στην αρχή δε το κατάλαβε μα γρήγορα συνειδητοποίησε πως έλιωνε…:
Λιώνω, μα δε με πειράζει. Έμαθα την αξία της ζωής. Πρέπει να απολαμβάνουμε το κάθε λεπτό που ζούμε. Πιο πολύ όμως πρέπει να απολαμβάνουμε τις ευτυχισμένες στιγμές που ζούμε με την οικογένεια μας ή με τους φίλους μας. Να μη δίνουμε τόσο πολύ σημασία στις κακές στιγμές, είναι μέσα στη ζωή κι αυτές.
Η Λευκούλα σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε γύρω της τον κάμπο όπου τη φιλοξένησε όλο αυτό τον καιρό…:
Αντίο κάμπε! Αντίο κόσμε!
Η χιονονιφάδα έκλεισε τα μάτια της. Εκείνη τη στιγμή, δεν έπεφταν μόνο σταγονίτσες από πάνω της αλλά άρχισε να μικραίνει, να μικραίνει, να μικραίνει ώσπου η Λευκούλα έγινε νερό. Με αυτόν το τρόπο έλιωσε, μα δεν ήταν μόνο αυτή. Οι άλλες χιονονιφάδες, όταν βγήκαν από τα καταφύγια τους είχαν το ίδιο τέλος με αυτήν.
Από τότε πέρασε κάμποσος καιρός. Το νερό εξακολουθούσε να μένει στην ίδια θέση. Ο ήλιος έκανε τόση ζέστη με αποτέλεσμα το νερό να εξατμίζετε. Το νερό εξατμίστηκε και έγινε αέρας. Ο αέρας σχημάτισε τη μορφή μιας κοπέλας. Η κοπέλα είχε πολύ μακριά μαλλιά, αραχνοΰφαντο μακρύ φόρεμα και πετούσε στον αέρα. Αυτή η κοπέλα ήταν η Λευκούλα. Η Λευκούλα άνοιξε τα μάτια της, είδε που ήταν πάλι στην ίδια θέση και αναρωτήθηκε…:
Μα γιατί είμαι ξανά εδώ αφού έλιωσα! Γιατί πετάω;
Είδε πως απέναντί της βρισκόταν μια λίμνη. Την πλησίασε και κοίταξε το είδωλό της μέσα της. Στην αρχή ξαφνιάστηκε αλλά μετά κατάλαβε τι είχε συμβεί. Χαρούμενη, ανέβηκε ψηλά στον ουρανό και άρχισε να πετάει. Καθώς πετούσε συνάντησε στον ουρανό την Άσπρη με τη Ψυχρούλα, οι οποίες είχαν γίνει και αυτές αέρινες νεράιδες. Όλη την μέρα την πέρασαν παίζοντας, χορεύοντας και κάνοντας διάφορα ακροβατικά. Το απόγευμα έφυγαν από τον κάμπο γιατί τώρα που μπορούσαν να πετάξουν ήθελαν να ταξιδέψουν σε άλλα μέρη.
Από τότε οι τρεις φίλες έζησαν ευτυχισμένες. Ταξίδεψαν
σε πάρα πολλά μέρη και έζησαν πολλές περιπέτειες. Που και που
πήγαιναν στη χώρα των χιονονιφάδων και
θυμόταν τα παλιά…
ΨΕΜΑΤΑ ή ΑΛΗΘΕΙΑ
ΕΤΣΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
ΕΥΗ ΚΑΠΑΤΖΙΑ
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2015

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου